Παρασκευή, 21 Μαΐου 2010

Τα Χρόνια του Περικλή


Αθήναι, τα χρυσά χρόνιαΌταν ο Περσικός στρατός έφυγε από την Ελλάδα, οι κάτοικοι των Ελληνικών πόλεων γύρισαν στα σπίτια τους. Οι Αθηναίοι, οι οποίοι βρισκόταν στην Τροιζηνία, Αίγινα και Σαλαμίνα, μετά την μάχη των Πλαταιών γύρισαν και βρήκαν την πόλη τους τελείως κατεστραμμένη και την ύπαιθρο ερημωμένη. Άρχισαν αμέσως να ξαναχτίζουν την πόλη και να υψώνουν τείχη (478 π.Χ.). Οι Αιγινήτες αμέσως ειδοποίησαν τους Σπαρτιάτες, οι οποίοι με το πρόσχημα ότι οι οχυρώσεις θα βοηθούσαν τους Πέρσες σε μια άλλη εκστρατεία τους, πρότειναν στους Αθηναίους να γκρεμίσουν τα τείχη. Φυσικά η Σπάρτη φοβόταν μόνο την ανερχόμενη δύναμη της Αθήνας.
Τα Τείχη της πόλεως κοντά στην Ιερή πύλη. Επισκευές πάνω από τις μεγάλες πέτρες έγιναν από τον Κόνωνα και τον Δημοσθένη, τον 4ον αιώνα π.Χ., το κάτω τμήμα είναι από τα αρχικά τείχη του Θεμιστοκλή (478 π.Χ.).Ο Θεμιστοκλής τότε επινόησε ένα σχέδιο και ως πρέσβης μαζί με τον Αριστείδη και τον Αμβρωνίχο, πήγε στην Σπάρτη, αφήνοντας εντολή στους Αθηναίους να χτίσουν τα τείχη κατά την διάρκεια της απουσίας του, όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Στην Σπάρτη, χρησιμοποίησε όλη την διπλωματία του για να κερδίσει χρόνο και όταν οι Αθηναίοι, οι οποίοι εργάζονταν στα τείχη, νύχτα και μέρα, άνδρες και γυναίκες, τον ειδοποίησαν ότι η δουλειά είχε σχεδόν τελειώσει, το ανακοίνωσε στους Σπαρτιάτες, οι οποίοι δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα πλέον, παρά να το δεχθούν. Αν και τα τείχη κτίσθηκαν μόνο στο μισό ύψος από αυτό που προβλεπόταν (υψώθηκαν μόνο 18 μέτρα), προστάτευαν την πόλη και ο Θεμιστοκλής ξεκίνησε το μακρόχρονο και μεγαλεπήβολο σχέδιο του να κάνει την Αθήνα την μεγαλύτερη ναυτική και εμπορική δύναμη της Ελλάδος. Το σχέδιο του ήταν να κατασκευάζει 20 τριήρεις κάθε χρόνο και να δημιουργήσει αποικία στην Ιταλία, αλλά δεν πρόλαβε να το τελειώσει.
Ο Κίμων
466 - 449 π.Χ.
Ο Κίμων, Αθηναίος στρατηγός και πολιτκόςΟι ολιγαρχικοί και οι αρχηγοί τους, ο Αλκμέων, Κίμων και Ξάνθιππος, με την βοήθεια της Σπάρτης κατόρθωσαν να εξοστρακίσουν τον Θεμιστοκλή, το 461 π.Χ. Οι καινούργιοι ηγέτες στην Αθήνα, ο Αριστείδης και ο Κίμων, συνέχισαν τα σχέδια του μεγαλοφυούς Θεμιστοκλή. Ο Αριστείδης ήταν υπεύθυνος για την διοίκηση των Ελληνικών νησιών, τα οποία είχαν συμφωνήσει να προσχωρήσουν στην κηδεμονία της Αθήνας. Το θησαυροφυλάκιο της συμμαχίας βρισκόταν στο ιερό νησί της Δήλου. Ο Αριστείδης αποφάσισε ότι μερικοί από τους συμμάχους όφειλαν να διατηρούν έναν ορισμένο αριθμό πλοίων στην θάλασσα και τα νησιά που δεν είχαν την δυνατότητα, να πληρώνουν μια εισφορά στο θησαυροφυλάκιο, ξεκινώντας έτσι την ίδρυση της Αθηναϊκής ναυτικής κυριαρχίας.
Ο πόλεμος με την Περσία συνεχίζονταν και ο Κίμων με ένα μεγάλο στόλο έπλευσε στην Θράκη και πολιόρκησε το Ίον, στον ποταμό Στρυμόνα (476 π.Χ.). Οι πολιορκημένοι, ο Πέρσης κυβερνήτης με την φρουρά του, μετά από σκληρή μάχη αντί να παραδοθεί έριξε το χρυσό και το ασήμι της πόλης στο ποταμό και αφού άναψε μια πυρά, έκαψε την γυναίκα του, τα παιδιά του και τους δούλους του, πέφτοντας και ο ίδιος στην φωτιά στο τέλος. Σύντομα όλες οι άλλες Ελληνικές πόλεις, εκτός από τον Δορίσκο, οι οποίες είχαν Περσική φρουρά, παραδόθηκαν. Ο Κίμων αργότερα έπλευσε εναντίον της νήσου Σκύρου (476 π.Χ.) και σαν διοικητής της Αμφικτιονικής συμμαχίας, εκδίωξε τους Δόλοπες πειρατές και έφερε Αθηναίους να κατοικήσουν στο νησί. Μαζί του, έφερε πίσω τα οστά του Θησέα ο οποίος είχε δολοφονηθεί στο νησί οχτακόσια χρόνια πριν. Όταν το νησί της Νάξου το 466 π.Χ., μέλος της συμμαχίας, αρνήθηκε να συνεισφέρει στη συμμαχία, ο Κίμων έπλευσε με μεγάλο στόλο και αφού ανάγκασε τους κατοίκους να παραδοθούν, τους υποδούλωσε.
Από την Νάξο, ο Κίμων έπλευσε στην Ασία και αφού συγκέντρωσε ένα στόλο από 200 τριήρεις, πολιόρκησε την Ελληνική πόλη της Φασελής. Αμέσως μετά την κατάληψη της, έπλευσε στον ποταμό Ευρυμέδωνα το 466 π.Χ., για να επιτεθεί στον Περσικό στόλο. Μετά από ολοκληρωτική νίκη, όπου 200 πλοία κατελήφθησαν, ο Κίμων κατεδίωξε τους Πέρσες, οι οποίοι είχαν στο μεταξύ αποβιβασθεί στην ξηρά και τους νίκησε. Όταν έλαβε μήνυμα, ότι 80 Φοινικικά πλοία βρισκόταν στην Ίδρο της Κύπρου, έπλευσε όσο το γρηγορότερο μπορούσε, νικώντας τους και καταστρέφοντας αρκετά πλοία.   Αυτή ήταν η τρίτη νίκη μέσα σε μια μέρα του γενναίου και ένδοξου στρατηγού Κίμωνα, ανεβάζοντας την Αθήνα στο απόγειο της δύναμης της.
Η Δημοκρατία στεφανώνει τον Δήμο. Οι Αθηναίοι, το 336 π.Χ., ψήφισαν τον  "Νόμο εναντίον της Τυραννίας". (Αν κάποιος, προσπαθούσε να καταλάβει την εξουσία, να υψωθεί εναντίον των Αθηναίων ή να προσπαθήσει να ανατρέψει την δημοκρατία των Αθηνών, όποιος τον σκοτώσει δεν θα είναι ένοχος).Ποτέ δεν ήταν η επιρροή του Κίμωνα στις αποφάσεις της Αθήνας μεγαλύτερη. Από την τεράστια περιουσία του έκτισε με δικά του έξοδα το νότιο τείχος της Ακροπόλεως. Άρχισε επίσης να κτίσει τα τείχη, τα οποία συνέδεαν την Αθήνα με τα λιμάνια της (Πειραιά, Φάληρο). Εφύτευσε τον κήπο της Ακαδημίας, καθώς και την αγορά με πλατάνια. Όταν το νησί της Θάσου ζήτησε δικαιώματα στα λιμάνια και στα ορυχεία της Θρακικής χερσονήσου, τα οποία κατείχαν οι Αθηναίοι, ο Κίμων έπλευσε με μεγάλο στόλο στο νησί και νίκησε τον στρατό της Θάσου, πρώτα στην θάλασσα και μετά στην στεριά, πολιορκώντας την πόλη, η οποία τελικά παρεδόθη μετά από δύο χρόνια, το 463 π.Χ.  Οι Αθηναίοι γκρέμισαν τα τείχη, πήραν τα πλοία τους και τους ανάγκασαν να πληρώσουν ένα μεγάλο ποσό χρημάτων. Συγχρόνως, ο Κίμων έφερε 10,000 Αθηναίους να κατοικήσουν την περιοχή, ονομαζόμενη "Εννέα δρόμοι" (μετέπειτα ονομάσθηκε Αμφίπολη), απέναντι από την Θάσο. Στο μεταξύ οι κάτοικοι της Θάσου ζήτησαν την βοήθεια της Σπάρτης, η οποία ήταν έτοιμη να τους βοηθήσει στέλνοντας στρατό για να εισβάλει στην Αττική, αλλά οι ετοιμασίες σταμάτησαν όταν ένα ισχυρός σεισμός κατέστρεψε ολόκληρη την πόλη της Σπάρτης, το 464 π.Χ.
Αυτή ήταν η ευκαιρία που περίμεναν οι Μεσσήνιοι για να επαναστατήσουν (3ος Μεσσηνιακός Πόλεμος 464 π.Χ.). Η Σπάρτη με την βοήθεια των Πελοποννησίων, μη μπορώντας να καταλάβει το φρούριο των Μεσσηνίων, την Ιθώμη, ζήτησε την βοήθεια των Αθηναίων. Οι δημοκρατικοί με αρχηγό τους τον Περικλή, αρνήθηκαν να βοηθήσουν την Σπάρτη, αλλά ο Κίμων τους έπεισε και επικεφαλής στρατού έφθασε στην Ιθώμη. Μετά από ανεπιτυχή επίθεση στο οχυρό, στην οποία έλαβαν μέρος και οι Αθηναίοι, οι Σπαρτιάτες τους έδιωξαν. Μετά από αυτό το γεγονός, οι προσβεβλημένοι Αθηναίοι υπό την αρχηγία του Περικλή, κατάφεραν να εξορίσουν τον Κίμωνα.
Οι κάτοικοι των Μεγάρων δυσαρεστημένοι με τους Σπαρτιάτες, οι οποίοι άφηναν τους Κορινθίους να τους επιτείθονται, έκαναν συμμαχία με τους Αθηναίους (459 π.Χ.). Αποτέλεσμα του γεγονότος αυτού ήταν ο πόλεμος που άνοιξε η Κόρινθος εναντίον της Αθήνας. Ένα μικρό τμήμα Αθηναϊκού στρατού που αποβιβάστηκε στους Αλιείς στην Ακτή (459-458 π.Χ.), νικήθηκε από τους Κορινθίους, αλλά σε ναυμαχία μεταξύ των Αθηναίων και Κορινθίων, η οποία έλαβε μέρος κοντά στο νησάκι Κεκρυφάλια, στον Σαρωνικό κόλπο ανάμεσα στην Αίγινα και τις Αργολικές ακτές, οι Αθηναίοι νίκησαν τους Κορινθίους. Οι Αθηναίοι νίκησαν επίσης και τους Αιγινήτες μαζί με τους συμμάχους τους, σε μεγάλη ναυμαχία κοντά στην Αίγινα, καταστρέφοντας και καταλαμβάνοντας εβδομήντα πλοία. Μετά από την μάχη, οι Αθηναίοι αποβιβάστηκαν στην Αίγινα και πολιόρκησαν την πόλη, η οποία έπεσε μετά από δύο χρόνια (457-456 π.Χ.). Η Αίγινα αναγκάσθηκε να εισέλθει στην συμμαχία, σαν η πιο πλούσια υποτελής πόλη.
Αθηναίος οπλίτης αποχαιρετά  τον πατέρα του και την σύζυγο του, αττικό βάζο 450 π.Χ. Όταν οι Κορίνθιοι και οι σύμμαχοι τους εισέβαλλαν στα Μέγαρα το 458 π.Χ., γνωρίζοντας ότι οι Αθηναϊκές δυνάμεις βρισκόταν στην Αίγινα, ο έξοχος Αθηναίος στρατηγός Μυρωνίδης, συγκέντρωσε ένα στρατό από γέροντες και παιδιά και πήγε να βοηθήσει τους Μεγαρείς. Σε μια αμφίρροπη μάχη εναντίων των Κορινθίων, οι οποίοι αργότερα έφυγαν, οι Αθηναίοι έστησαν τρόπαιο. Κατακρινόμενοι από τους κατοίκους της Κορίνθου, ο Κορινθιακός στρατός μετά από δώδεκα μέρες επέστρεψε πίσω και άρχισε να στήνει δικό του τρόπαιο. Όταν οι Αθηναίοι τους είδαν, βγήκαν έξω από τα τείχη των Μεγάρων και μετά από μάχη τους σκότωσαν, καθώς και άλλες δυνάμεις που ήλθαν προς βοήθεια τους.
Την ίδια περίοδο που η Αθήνα κέρδιζε αυτές τις απίστευτες μάχες, ένα μέρος της ναυτικής της δυνάμεως βρισκόταν στην Αίγυπτο, όπου 200 Αθηναϊκά και συμμαχικά πλοία έπλεαν στις ακτές της Κύπρου και της Φοινικίας. Εκεί, προσκαλέστηκαν από τον Λίβυο πρίγκιπα Ίναρο, γιο του Ψαμμέτιχου, ο οποίος είχε επαναστατήσει εναντίον της Περσίας. Ο Αθηναϊκός στόλος έπλευσε κατά μήκος του Νείλου προς τα πάνω, και διαπίστωσε ότι ο Ίναρος είχε καταφέρει να νικήσει τον Περσικό στόλο. Ο στόλος τότε έπλευσε στην Μέμφιδα, όπου κατόρθωσε να απομακρύνει τις Περσικές δυνάμεις, αλλά απέτυχε να καταλάβει την οχυρωμένη Ακρόπολη (459 π.Χ.). Η πολιορκία του οχυρού κράτησε μερικά χρόνια, κατά την διάρκεια της οποίας ο Αρταξέρξης ετοίμασε ένα μεγάλο στρατό και Φοινικικό στόλο υπό την αρχηγία του Μεγαβύζου. Οι Αθηναίοι ήταν αναγκασμένοι να οπισθοχωρήσουν στο νησί Φωσφορίτης, στο Νείλο, όπου αντιστάθηκαν γενναία, έως ότου ο Μεγαβύζος με τον στόλο του άλλαξε την πορεία του καναλιού που σχημάτιζε το νησί και τους επιτέθηκαν στην ξηρά. Οι Αθηναίοι, οι οποίοι είχαν κάψει τα πλοία τους, αναγκάστηκαν να παραδοθούν. Οι Πέρσες τους σκότωσαν όλους εκτός από μερικούς στρατιώτες που κατάφεραν να δραπετεύσουν στην Κυρήνη. Χωρίς να έχουν γνώση των γεγονότων αυτών,50 Αθηναϊκά πλοία που ήλθαν να βοηθήσουν, ηττήθηκαν και σχεδόν όλα καταστράφηκαν.
Η Σπάρτη ζηλότυπη για τις επιτυχίες της Αθήνας, με το πρόσχημα ότι βοηθάει τους Δωρείς, των οποίων την περιοχή είχαν καταλάβει οι Φωκείς, έστειλαν 1500 οπλίτες και μαζί με 10,000 συμμάχους βάδισαν στην Δωρία, αναγκάζοντας τους Φωκείς να οπισθοχωρήσουν. Από την Φωκίδα οι Σπαρτιάτες προχώρησαν στην Βοιωτία σύμφωνα με το σχέδιο τους, όπου αναστήλωσαν τις οχυρώσεις στην Θήβα και υπέταξαν τις άλλες γύρω πόλεις, με εντολή να υπακούουν στην Θήβα. Εκεί οι Σπαρτιάτες δέχθηκαν πρόταση από το ολιγαρχικό κόμμα των Αθηνών, με την υπόσχεση να τους βοηθήσουν να ανατρέψουν την δημοκρατία. Όταν οι Λακεδαιμόνιοι πήραν θέση στην Τανάγρα, στα σύνορα της Αττικής, οι Αθηναίοι αμέσως συγκέντρωσαν στρατό, 14,000 ανδρών, συμπεριλαμβανομένων 1000 Αργείων και του Θεσσαλικού ιππικού και βάδισαν να εμπλακούν μαζί τους.  Πριν από την μάχη, ο εξόριστος Κίμων, ζήτησε να λάβει μέρος στην μάχη, σαν απλός πολίτης. Οι Αθηναίοι όμως, υποψιαζόμενοι ότι είχε λάβει μέρος στην ολιγαρχική προδοσία, αρνήθηκαν. Στους πρόποδες του λόφου του Φιλοπάππουl, υπάρχει ο επονομαζόμενος, Τύμβος του Κίμωνος.Ο Κίμων τότε έδωσε τα άρματα του σε φίλους, λέγοντας τους να πολεμήσουν για την τιμή του. Εκατό από τους φίλους του Κίμωνα έπεσαν στην μάχη, πολεμώντας με αυτοθυσία και ηρωισμό. Η αιματηρή και αμφίρροπη μάχη έλαβε μέρος το 457 π.Χ., στην οποία οι Λακεδαιμόνιοι απέκτησαν το πλεονέκτημα, όταν το Θεσσαλικό ιππικό με δόλο εγκατέλειψε τους Αθηναίους. Οι Σπαρτιάτες μετά την μάχη, αν και νίκησαν, δεν ήταν σε θέση να εισβάλλουν στην Αττική και αφού λεηλάτησαν περιοχές των Μεγάρων, αποσύρθηκαν. Ο εξόριστος Κίμων, μετά από εισήγηση του Περικλή, επέστρεψε από την εξορία.
Στην αρχή του έτους 456 π.Χ. και δύο μήνες μετά από την μάχη της Τανάγρας, οι Αθηναίοι εισέβαλλαν στην Βοιωτία. Οι Βοιωτοί συγκέντρωσαν μεγάλο στρατό και ήλθαν στα Οινόφυτα, όπου η μάχη έλαβε μέρος. Ο γενναίος στρατηγός Μυρωνίδης κέρδισε μια ολοκληρωτική και αποφασιστική νίκη. Οι Αθηναίοι αφού κατέλαβαν τις Βοιωτικές πόλεις, εξόρισαν τους συνεργάτες των Λακεδαιμονίων και εγκαθίδρυσαν δημοκρατική κυβέρνηση.
Ένα χρόνο μετά την μάχη στα Οινόφυτα, η Αθήνα τελείωσε τα μακρά τείχη. Ο στρατηγός Τολμήδης με στόλο έπλευσε στην Πελοπόννησο και έκαψε τα λιμάνια των Λακεδαιμονίων, την Μεθώνη και το Γύθειο, κατέλαβε επίσης την Ναύπακτο στην Λοκρίδα, εγκαθιστώντας τους Μεσσηνίους και τους Είλωτες.
Το 452 π.Χ., η Αθήνα και η Σπάρτη έκαναν ανακωχή, κατόπιν εισήγησης του Κίμωνα, για μια περίοδο πέντε χρόνων. Μετά την ανακωχή, ο Κίμων βρήκε την ευκαιρία να συνεχίσει τον πόλεμο με τους Πέρσες. Έπλευσε στην Κύπρο με 200 τριήρεις της συμμαχίας.  Από εκεί, έστειλε 60 πλοία στην Αίγυπτο να βοηθήσει τον πρίγκιπα Αμυρταίο, ο οποίος πολεμούσε τους Πέρσες στο Δέλτα. Ο Κίμων με τον υπόλοιπο στόλο πολιόρκησε το Κίτιο στην Κύπρο. Κατά την διάρκεια της πολιορκίας ο Κίμων πέθανε και την αρχηγία του στόλου ανέλαβε ο Αναξικράτης, ο οποίος έφυγε από το Κίτιο για να αντιμετωπίσει τον Φοινικικό και Σικελικό στόλο στην Σαλαμίνα της Κύπρου. Ο Ελληνικός στόλος κέρδισε μια ολοκληρωτική νίκη στην ξηρά και στην θάλασσα και αφού ενώθηκε με τα εξήντα πλοία στην Αίγυπτο, έπλευσε για την Αθήνα.
Το έτος 448 π.Χ., η Αθήνα έφθασε στο απώτερο σημείο της δυνάμεως της, στην ξηρά και στην θάλασσα. Στην διάρκεια των προηγουμένων χρόνων, η Αθήνα είχε αποκτήσει την συμμαχία των Μεγάρων, της Βοιωτίας, Φωκίδος, Λοκρίδας, Τροιζηνίας και Αχαΐας και είχε καταλάβει επίσης το νησί της Αίγινας. Τα νησιά που ανήκαν στην συμμαχία της Δήλου είχαν γίνει υποτελείς και το θησαυροφυλάκιο της Δήλου είχε μεταφερθεί στην Αθήνα. Αλλά μετά το 448 π.Χ., άρχισε μια προοδευτική πτώση της Αθήνας.
Το 447 π.Χ., μια επανάσταση έγινε στην Βοιωτία και ένα Αθηναϊκό σώμα από χιλίους οπλίτες, κυρίως από νέους αριστοκράτες εθελοντές, υπό την αρχηγία του στρατηγού Τολμήδη, εκστράτευσε στην Βοιωτία, αντιθέτως της συμβουλής του Περικλή, ο οποίος τους είπε να είναι υπομονετικοί και να περιμένουν, έως ότου συγκέντρωναν μεγαλύτερο στρατό. Ο Τολμήδης και οι άνδρες του ανακατέλαβαν την Χαιρώνεια, αλλά όταν έφευγαν, μετά από ξαφνική επίθεση εξόριστων από τον Ορχομενό και από άλλες πόλεις, ηττήθηκαν. Πολλοί από τους Αθηναίους σκοτώθηκαν, συμπεριλαμβανομένου και του στρατηγού Τολμήδη, ενώ οι υπόλοιποι πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Για να ελευθερώσουν τους αιχμαλώτους, οι Αθηναίοι αναγκάστηκαν να συμφωνήσουν να επαναφέρουν τους εξόριστους και να επιτρέψουν την εγκατάσταση της ολιγαρχίας στις πόλεις. Η πτώση της Αθήνας συνεχίστηκε με τον  αποδιωγμό των φίλων της Αθήνας, από την κυβέρνηση της Φωκίδας και Λοκρίδας. Τα πράγματα χειροτέρεψαν, όταν τα Μέγαρα και η Εύβοια επαναστάτησαν και ο νέος βασιλιάς της Σπάρτης Πλειστοάναξ εισέβαλλε στην Αττική, φθάνοντας μέχρι την Ελευσίνα. Ο Πλειστοάναξ, ο οποίος είχε πιθανότατα δωροδοκηθεί από τον Περικλή, εγκατέλειψε την Αττική και αργότερα βρέθηκε ένοχος δωροδοκίας και εξορίστηκε. Ο Περικλής, που κατά την διάρκεια της εισβολής του Πλειστοάνακτος ήταν στην Εύβοια, επέστρεψε στην Αθήνα. Όταν ο εχθρός απεχώρησε, ο Περικλής επέστρεψε στην Εύβοια, με 5000 οπλίτες και 50 τριήρεις. Μετά από λίγο χρόνο, το νησί της Εύβοιας παραδόθηκε, οι γαιοκτήμονες εξορίστηκαν και οι περιουσίες των δόθηκαν σε Αθηναίους μετανάστες. Αν και η δύναμη της Αθήνας στην ξηρά ελαττώθηκε, στην θάλασσα παρέμεινε ισχυρή και το 445 π.Χ. υπέγραψε συνθήκη με την Σπάρτη, για τριάντα χρόνια.
Ο Περικλής
444 - 429 π.Χ.
Ο Περικλής του Ξανθίππου, αντίγραφο του πορτραίτου του Κρεσίλα τηε Κυδονίας από την Κρήτη. Μουσείο Λονδίνου.
Ενώ ο Περικλής επεδίωκε με το έργο του να κάνει την Αθήνα αυτοκρατορία, οι ολιγαρχικοί με αρχηγό τον Θουκυδίδη (όχι τον ιστορικό) τον κατηγορούσαν, ότι η Αθήνα δεν είχε το δικαίωμα να ξοδεύει τις εισφορές των συμμάχων για να κτίζει ναούς και να χρηματοδοτεί εκστρατείες, κλπ. Ο Θουκυδίδης εξορίστηκε το 442 π.Χ., και ο Περικλής έγινε ο αδιαφιλονίκητος αρχηγός της Αθήνας, έως τον θάνατο του, το 429 π.Χ. Ο Περικλής σε ένα διάστημα είκοσι ετών άλλαξε την όψη της Αθήνας, κτίζοντας μεταξύ άλλων στην Ακρόπολη τον αριστουργηματικό  Παρθενώνα.  Δεν καλλώπισε μόνο την Αθήνα, αλλά και το λιμάνι του Πειραιά, το οποίο είχε μεγαλώσει, από τότε που οχυρώθηκε με τα τείχη του Θεμιστοκλή. Διόρισε τον αρχιτέκτονα Ιππόδαμο, ο οποίος ρυμοτόμησε τον Πειραιά, χρησιμοποιώντας ένα παραλληλόγραμμο σύστημα, όπου οι κύριοι δρόμοι ήταν παράλληλοι των δρόμων στις όρθιες γωνίες. Ήταν η πρώτη πόλη που χτίσθηκε με αυτόν τον τρόπο στην Ευρώπη και το σχέδιο του έχει υιοθετηθεί σε πολλές από τις σημερινές πόλεις.
Ανάμεσα στα μέτρα που έλαβε για να ισχυροποιήσει την Αθηναϊκή αυτοκρατορία, ήταν οι κληρουχίες. Η πιο σημαντική εγκατάσταση των κληρούχων έλαβε μέρος στην Θρακική χερσόνησο, κάτω από την προσωπική του επίβλεψη. Άλλες εγκαταστάσεις στην Νάξο, Άνδρο, βοήθησαν τους άνεργους Αθηναίους πολίτες, στους οποίους παρεχώρησαν κτήματα.
Η Αθήνα ευημερούσε, το εμπόριο της είχε αυξηθεί, κυρίως λόγω της πτώσεως των εμπορικών πόλεων της Ιωνίας και της ελλείψεως του Φοινικικού εμπορίου μετά την νίκη της Ελλάδος κατά της Περσίας. Τα Αθηναϊκά πλοία έφεραν από την Καρθαγένη καλαμπόκι, τυρί και από την Σικελία χοιρινό, από την Τουσκάνη επεξεργασμένα μέταλλα, χαλιά και μαξιλάρια, από τον Πόντο σιτηρά, ψάρια και ξυλεία. Η Αθήνα όμως δεν είχε αποικίες στην δύση, όπως η αντίπαλος της, Κόρινθος. Ο Θεμιστοκλής είχε προσπαθήσει να πείσει τους Αθηναίους να δημιουργήσουν μια αποικία, αλλά η Αθήνα έπρεπε να περιμένει μέχρι τον Περικλή, για να εφαρμοσθεί η  ιδέα του. Όταν οι εξόριστοι από την Σύβαρη ζήτησαν την βοήθεια των Αθηναίων να επιστρέψουν στην πόλη τους, ο Περικλής άρπαξε την ευκαιρία και έβαλε τα θεμέλια της νέας πόλεως της Σύβαρης, από εξόριστους και Αθηναίους.
Το 443 π.Χ., υπό την καθοδήγηση του μάντη Λαμπώνα, έμπιστο φίλο του Περικλή, η αποικία των Θουρίων εδραιώθηκε, όχι πολύ μακριά από την Σύβαρη. Την καινούργια πόλη σχεδίασε ο Ιππόδαμος, κατά τον ίδιο τρόπο με αυτόν του Πειραιά.
Στην Θράκη μια καινούργια πόλη εδραιώθηκε στην χερσόνησο και ονομάσθηκε Αμφίπολη. Σύντομα άνθισε και έπαιξε σπουδαίο ρόλο στο Αθηναϊκό εμπόριο. Ο Περικλής ήταν επίσης επιτυχημένος στρατιωτικός ηγέτης. Το 440 π.Χ., η Σάμος επαναστάτησε και ο Περικλής με σαράντα τέσσαρες τριήρεις έπλευσε στην Σάμο και ανέτρεψε την αριστοκρατία. Όταν ο Αθηναϊκός στόλος έφυγε, οι ευγενείς επέστρεψαν και κατέλαβαν την πόλη. Αμέσως ο Περικλής επέστρεψε πίσω στην Σάμο με 200 τριήρεις, πολιόρκησε το νησί και τους ανάγκασε να παραδοθούν μετά από εννέα μήνες. Οι όροι της υποταγής ήταν να παραδώσουν τα πλοία τους, να γκρεμίσουν τα τείχη και να πληρώσουν το ποσό των 1500 ταλάντων.
Στο χώρο του πνεύματος, η Αθήνα αυτά τα χρόνια βρισκόταν σε μεγάλη άνθηση και πολλοί φιλόσοφοι από όλη την Ελλάδα την επισκέφθηκαν.
Ιππείς από το Διάζωμα του Παρθενώνα στην Ακρόπολη, 430 π.Χ., Βρετανικό Μουσείο.
Ι Πελοποννησιακός πόλεμος
431 - 421 π.Χ.
Η αναπόφευκτη σύγκρουση μεταξύ της Σπάρτης και της Αθήνας ήλθε με ένα συμβάν στην φιλική προς την Αθήνα πόλη των Πλαταιών, τον Μάρτιο του 431 π.Χ. Μια σκοτεινή νύχτα χωρίς φεγγάρι, μια μικρή Θηβαϊκή δύναμη από 300 άτομα μπήκαν στην πόλη των Πλαταιών, με την βοήθεια μιας ομάδος ολιγαρχικών. Αμέσως πήγαν στην αγορά, όπου προέτρεψαν τους Πλαταιείς, να ενωθούν με την Βοιωτική συμμαχία. Λόγω του σκοταδιού, οι Πλαταιείς, οι οποίοι που δεν γνώριζαν τον αριθμό των Θηβαίων, δέχθηκαν, αλλά όταν ξημέρωσε και είδαν τον μικρό αριθμό τους, τους επετέθησαν και έπιασαν πολλούς από αυτούς. Όταν οι Αθηναίοι έμαθαν το περιστατικό, έστειλαν αγγελιοφόρο με οδηγίες να μην κάνουν κακό στους αιχμαλώτους, αλλά ήταν ήδη αργά. Οι αιχμάλωτοι, 180 τον αριθμό, είχαν εκτελεσθεί. Οι Αθηναίοι καταλαβαίνοντας τα επακόλουθα αυτού του γεγονότος, μια καθαρή παραβίαση της συνθήκης των τριάντα χρόνων, μετέφεραν τα παιδιά, τις γυναίκες και τους γέροντες από τις Πλαταιές και έστειλαν προμήθειες, με μια Αθηναϊκή δύναμη ογδόντα ανδρών.
Ο Αρχίδαμος εισέβαλλε στην Αττική την άνοιξη του 431 π.Χ. χωρίς καμία αντίσταση, εφ' όσον η Αθήνα είχε πάρει την απόφαση να μην εμπλακεί σε χερσαία μάχη με την Σπάρτη και έτσι άρχισε ο Πελοποννησιακός πόλεμος, ο οποίος διήρκησε 28 χρόνια. Τα πρώτα δέκα χρόνια του πολέμου (431 - 421 π.Χ.) ονομάσθηκαν "Αρχιδάμιος πόλεμος", από το όνομα του βασιλιά της Σπάρτης Αρχίδαμου. 
Με το μέρος των Λακεδαιμονίων ήταν όλες οι Πελοποννησιακές πόλεις, εκτός του Άργους και της Αχαΐας που πήραν μέρος στον πόλεμο αργότερα, ακολουθώντας την Σπάρτη. Ήταν επίσης οι Βοιωτοί, Μεγαρείς, Φωκείς, Λευκαδίτες, Αμβρακιότες και Ανακτόριοι. Οι παράλιες πόλεις προμήθευσαν στόλο και οι Βοιωτοί, Λοκρείς και Φωκείς ιππικό.
Με το μέρος των Αθηναίων ήταν οι Πλαταιείς, Χιώτες, Λέσβιοι, Μεσσήνιοι, Κερκυραίοι, Ζακυνθινοί, Ακαρνανοί καθώς και οι πόλεις των παραλίων της Ασίας και Θράκης και όλα τα νησιά του Αιγαίου, εκτός της Μήλου και Θήρας. Οι Αθηναϊκές δυνάμεις ανέρχονταν στους 29,000 οπλίτες, 1200 ιππικό και 1600 τοξότες, ο δε στόλος της είχε 300 τριήρεις, χωρίς να υπολογίζονται τα πλοία των συμμάχων της. Οι Χιώτες, Κερκυραίοι και Λέσβιοι συνεισέφεραν στόλο.
Οι δυνάμεις του Αρχίδαμου που μπήκαν στην Αττική αποτελούντο από 60,000 έως 100,000 άνδρες. Στην αρχή επεχείρησε επιδρομές στο οχυρό της Οινόης, αλλά χωρίς επιτυχία. Κατόπιν βάδισε προς την Ελευσίνα, στην οποία έφθασε στα μέσα του Ιουνίου το 431 π.Χ. Αφού λεηλάτησε την  Θρασεία πεδιάδα, στρατοπέδευσε στις Αχαρνές, επτά μίλια έξω από την Αθήνα.
Στο μεταξύ οι Αθηναίοι είχαν συγκεντρωθεί μέσα στα τείχη και είχαν στείλει όλα τα ζώα στην Εύβοια. Ο στόλος τους, 100 τριήρεις και 50 Κερκυραϊκά πλοία, επετέθη στην πόλη της Μεθώνης, στις ακτές της Μεσσηνίας. Ήταν χάρις στον νεαρό και ηρωικό Σπαρτιάτη Βρασίδα, ο οποίος με 100 οπλίτες διέσπασε τις Αθηναϊκές γραμμές, που η πόλη σώθηκε. Μετά από αυτό, οι Αθηναίοι έπλευσαν στις ακτές της Ηλείας, τις οποίες λεηλάτησαν. Οι Αθηναίοι πήραν επίσης εκδίκηση εναντίον των Αιγινητών, τους οποίους θεωρούσαν ως τον κύριο υπαίτιο του πολέμου. Έδιωξαν τον πληθυσμό και έφεραν Αθηναίους κληρούχους στο νησί. Ο Αρχίδαμος εγκατέλειψε την Αττική στο τέλος του Ιουλίου και ο στρατός του διαλύθηκε αμέσως. Με την αναχώρηση του, οι Αθηναίοι υπό την αρχηγία του Περικλή στο τέλος του Σεπτεμβρίου επετέθησαν στα Μέγαρα και τα κατέστρεψαν ολοκληρωτικά.
Οι Αθηναίοι, μετά τις επιτυχείς εκστρατείες, πήραν τα οστά των πεσόντων στρατιωτών στις εκστρατείες και τα έθαψαν με μεγάλες τιμές στο νεκροταφείο του Κεραμικού, έξω ακριβώς από τα τείχη.  Ένα άδειο κρεβάτι σκεπασμένο με ένα σεντόνι αντιπροσώπευε τους στρατιώτες των οποίων τα σώματα δεν είχαν βρεθεί. Ο Περικλής αναγγέλει τον Επιτάφιο στον λόφο της Πνύκας, απέναντι από την Ακρόπολη.Μετά την ταφή, ο Περικλής έβγαλε τον περίφημο λόγο του, τον Επιτάφιο, στον λόφο της Πνύκας, απέναντι από την Ακρόπολη. Την άνοιξη του 430 π.Χ., ο Αρχίδαμος εισέβαλε ξανά στην Αττική, αλλά στο μεταξύ ο λοιμός είχε ξεσπάσει στην Αττική.  Ο Θουκυδίδης, ο οποίος προσβλήθηκε και ο ίδιος από τον λοιμό, δίνει γλαφυρή περιγραφή της αρρώστιας και λεπτομερή απολογισμό των αποτελεσμάτων που είχε πάνω στους Αθηναίους, σωματικά καθώς και ψυχολογικά. Ο λοιμός εμφανίσθηκε πρώτα στο λιμάνι του Πειραιά και σύντομα εξαπλώθηκε στην πόλη αφήνοντας αμέτρητους νεκρούς, οι οποίοι έμειναν άταφοι. Όλοι οι ναοί ήταν γεμάτοι από πτώματα και οι δημόσιες υπηρεσίες δεν λειτουργούσαν. Η επιδημία αποδεκάτισε το ένα τρίτο του Αττικού πληθυσμού και οι Αθηναίοι μάταια ζητούσαν από τους Σπαρτιάτες για ανακωχή.
Στο μεταξύ, ο Αθηναϊκός στόλος υπό την αρχηγία του Περικλή, με 100 τριήρεις και 50 από την Χίο και Λέσβο, λεηλατούσε τις ακτές της Επιδαύρου, Τροιζηνίας και Ερμιόνης, καταστρέφοντας την πόλη της Πρασίας, στην ακτή της Λακωνίας. Αλλά η ισχυρή δύναμη που ήταν  στα πλοία, αποτελούμενη από 4000 οπλίτες και 300 ιππείς απέτυχε να καταλάβει τον στόχο της εκστρατείας, την Επίδαυρο. Παρά το πλήγμα του λοιμού, η Αθήνα είχε επιτυχίες. Η Ποτίδαια, η οποία είχε πολιορκηθεί, έπεσε τον χειμώνα του 430 π.Χ. και στοίχισε στην Αθηναϊκή πολιτεία το απίστευτο ποσό των 2000 ταλάντων.
Οι  Λακεδαιμόνιοι με μεγαλύτερο μένος κατέστρεψαν τα περίχωρα της Αθήνας, βαδίζοντας μέχρι και τα ορυχεία του Λαυρίου, αλλά έμειναν στην Αττική μόνο 40 μέρες, εξ αιτίας του φόβου του λοιμού. Με την σειρά τους οι Αθηναίοι έστειλαν 100 τριήρεις υπό την αρχηγία του Κνέμου, και κατέστρεψαν το νησί της Ζακύνθου. Όταν ο Περικλής επέστρεψε, οι Σπαρτιατικές δυνάμεις είχαν αποσυρθεί.
Στον τρίτο χρόνο του πολέμου (429 π.Χ.), κατά την διάρκεια του φθινοπώρου, ο Περικλής πέθανε από τον λοιμό και η πολιτική δύναμη της Αθήνας έπεσε στα χέρια των δημαγωγών, οι οποίοι συχνά αδυνατώντας να πείσουν την μεσαία τάξη και τους αριστοκράτες της Αθήνας, χρησιμοποιούσαν φθηνή πολιτική να ξεσηκώνουν τον πληθυσμό, με καταστρεπτικά αποτελέσματα. Ο Αρχίδαμος βάδισε εναντίον των Πλαταιών και απαίτησε να του παραδώσουν την πόλη και όλη την περιουσία τους, υποσχόμενος ότι μετά τον πόλεμο θα τους επιστρέφονταν όλα.  Η πλειοψηφία των Πλαταιών ήθελαν να γίνει δεκτή η πρότασης, αλλά οι Αθηναίοι τους παρότρυναν να μην την δεχθούν και τους υποσχέθηκαν βοήθεια. Μετά την άρνηση τους, ο Αρχίδαμος περικύκλωσε την πόλη των Πλαταιών και έτσι ξεκίνησε η φημισμένη πολιορκία της πόλης. Επί τρεις μήνες οι Σπαρτιάτες προσπάθησαν να την καταλάβουν χωρίς καμία επιτυχία, γι' αυτό αποφάσισαν να αποκλείσουν την πόλη και να λιμοκτονήσουν τον πληθυσμό. Έτσι έχτισαν γύρω από την πόλη διπλό τείχος, αλλά ούτε και αυτά τα μέτρα έφεραν αμέσως επιτυχία.   Τα διπλά τείχη των Πλαταιών κτίσθηκαν από την ΣπάρτηΜετά από δύο χρόνια, όταν οι προμήθειες τελείωσαν, σε μία θυελλώδη νύχτα του Δεκεμβρίου, απέδρασαν 212 άτομα. Ο υπόλοιπος πληθυσμός παραδόθηκε το 427 π.Χ. και αφού πέρασαν από δίκη, από πέντε Σπαρτιάτες δικαστές, τους εκτέλεσαν. Την πόλη των Πλαταιών οι Σπαρτιάτες την παρέδωσαν στην Θήβα, οι οποίοι μετά από λίγους μήνες κατέστρεψαν όλα τα σπίτια της.
Το 429 π.Χ., ο Αθηναϊκός στόλος υπό την αρχηγία του στρατηγού Φορμίωνα, είχε μεγάλες επιτυχίες. Ο Φορμίων με μόνο 27 πλοία, χρησιμοποιώντας άριστη στρατηγική, νίκησε τον Πελοποννησιακό στόλο που αποτελείτο από 47 πλοία. Τον ίδιο χρόνο ο Φορμίων είχε και άλλη ναυτική νίκη, η οποία έλαβε μέρος στη Ναύπακτο.
Όταν ο Αρχίδαμος αποχώρησε από την Αττική στην τρίτη του εκστρατεία, η Μυτιλήνη και ολόκληρο το νησί της Λέσβου με εξαίρεση τα Μέθυμνα, επαναστάτησε (428 π.Χ.).  Οι Αθηναίοι απέκλεισαν τότε τα λιμάνια της Μυτιλήνης και των Παχών και μετά ένα χρόνο η Μυτιλήνη παραδόθηκε (427 π.Χ.). Αποφασίστηκε τότε και μια τριήρεις εστάλη στις Παχές με διαταγή οι άνδρες να εκτελεσθούν και οι γυναίκες και τα παιδιά να πουληθούν σκλάβοι. Ήταν χάρις στον λόγο του Αθηναίου Διόδωτου, που οι Μυτιληναίοι σώθηκαν, πείθοντας τους Αθηναίους, ότι η απάνθρωπη πολιτική δεν ήταν προς το συμφέρον τους.
Ο λόγος του άλλαξε την γνώμη του κόσμου και μια άλλη τριήρης εστάλη, την οποία οι Μυτιληναίοι απεσταλμένοι εφοδίασαν με πλήρωμα προσφέροντας πλούσιες ανταμοιβές, εάν θα έφθαναν νωρίτερα από την τριήρη που είχε σταλθεί την προηγούμενη ημέρα. Ευτυχώς για τους Μυτιληναίους, η τριήρης έφθασε εγκαίρως και ο πληθυσμός σώθηκε.
Κατά την διάρκεια του τετάρτου και πέμπτου έτους του πολέμου, οι Σπαρτιάτες εισέβαλαν ξανά στην Αττική, ενώ τον έκτο χρόνο (426 π.Χ.) δεν μπήκαν. Μία σειρά από ισχυρούς σεισμούς και πλημμύρες συνέβησαν σε διάφορα μέρη της Ελλάδος και στην Αθήνα ο λοιμός ξαναπαρουσιάστηκε.
Στον έβδομο χρόνο του πολέμου ο Σπαρτιατικός στρατός υπό την αρχηγία του βασιλιά Άγη εισήλθε στην Αττική, αλλά μόνο για το χρονικό διάστημα των δεκαπέντε ημερών. Ο Άγης ανακλήθηκε και βάδισε εναντίον της Πύλου, λόγω ότι οι Αθηναίοι είχαν εγκαταστήσει στρατιωτικό σταθμό στην Πύλο της Μεσσηνίας.  Ο Πελοποννησιακός στόλος που ήταν στην Κέρκυρα υπό την αρχηγία του Θρασυμελίδα, πήρε εντολή επίσης να πλεύσει στην Πύλο. Όταν ο Θρασυμελίδας έφθασε στην Πύλο με τον στόλο, κατέλαβε το μικρό και δασώδες νησί της Σφακτηρίας, με τετρακοσίους άνδρες και είκοσι οπλίτες με τους είλωτες. Ένα μέρος αυτών, διακόσιοι ενενήντα δύο, που πολλοί από αυτούς ανήκαν σε ηγετικές οικογένειες, συνελήφθηκαν από τον Αθηναίο Κλέοντα και αλυσοδεμένοι μεταφέρθηκαν στην Αθήνα, οι δε υπόλοιποι σκοτώθηκαν σε μία σοβαρή εμπλοκή στο νησάκι. Το γεγονός αυτό εξέπληξε τον Ελληνικό κόσμο που γνώριζε καλά, ότι οι Σπαρτιάτες δεν παρεδίδοντο. Η Σπάρτη ήταν τώρα σε πάρα πολύ άσχημη θέση. Οι Μεσσήνιοι της Πύλου μαζί με είλωτες που είχαν δραπετεύσει θα μπορούσαν να λεηλατήσουν την περιοχή και επίσης δεν θα μπορούσε πλέον να εισβάλει στην Αττική γνωρίζοντας καλά, ότι οι Αθηναίοι θα εκτελούσαν τους αιχμαλώτους.
Ο όγδοος χρόνος του πολέμου (424 π.Χ.) ήταν καταστρεπτικός για την Αθήνα. Νικήθηκαν στην μάχη του Δήλιου από τους Θηβαίους και έχασαν επίσης την Θράκη. Μετά από αυτά τα γεγονότα οι Αθηναίοι σκέφθηκαν σοβαρά τις προτάσεις της Σπάρτης για ειρήνη.
Τον ένατο χρόνο του πολέμου (423 π.Χ.) υπεγράφη ανακωχή για έναν χρόνο, κατά την διάρκεια του οποίου η μόνιμη ειρήνη θα διεπραγματεύετο. Αλλά οι διαπραγματεύσεις σταμάτησαν δύο μέρες μετά την υπογραφή της ανακωχής, όταν οι Αθηναίοι έμαθαν ότι η Σκιώνη επαναστάτησε και ήταν υπό την αρχηγία του Βρασίδα. Τον Αύγουστο, μια Αθηναϊκή δύναμης υπό την αρχηγία του Κλέωνος, εστάλη στην Σκιώνη. Στην μάχη που ακολούθησε, ο Κλέων και ο Βρασίδας σκοτώθηκαν, και έτσι τα εμπόδια για μόνιμη ειρήνη λιγόστεψαν.
Ο Σπαρτιάτης βασιλιάς Πλειστοάναξ και ο στρατηγός Νικίας των Αθηνών, την άνοιξη του 421 π.Χ., υπέγραψαν συμφωνία ειρήνης για πενήντα χρόνια, την επονομαζόμενη συνθήκη του Νικία.  Οι Σπαρτιάτες αιχμάλωτοι επέστρεψαν και επετράπη στην Αθήνα να κρατήσει τις πόλεις Ανακτόριο, Σόγιο και Νήσαια. Δεν έμειναν όμως όλοι ευχαριστημένοι με την συνθήκη και οι σύμμαχοι της Σπάρτης, Κόρινθος, Θήβα, Μέγαρα και Ηλεία, αρνήθηκαν να την υπογράψουν.
Κατά την διάρκεια του χρόνου 416 π.Χ., οι Αθηναίοι με 32 τριήρεις και μετά από παρότρυνση του Αλκιβιάδη, επετέθησαν χωρίς καμία αφορμή στο νησί της Μήλου, το οποίο δεν ανήκε στην συμμαχία της Δήλου. Οι Αθηναίοι, στην αρχή προσπάθησαν να πείσουν τους κατοίκους της Μήλου να παραδοθούν, χρησιμοποιώντας σαν επιχείρημα τον "νόμο της φύσεως", ότι ο ισχυρότερος πρέπει να κυβερνάει στον πιο αδύνατο. Αλλά όταν απέρριψαν τις προτάσεις τους, πολιόρκησαν το νησί, το οποίο παραδόθηκε μετά από από μερικούς μήνες. Όλοι οι άνδρες εκτελέσθηκαν, οι γυναίκες και τα παιδιά πουλήθηκαν σκλάβοι και η Μήλος αποικήθηκε από Αθηναίους.

Προετοιμασίες πριν από την μάχη
ΙΙ Πελοποννησιακός πόλεμος
415 - 404 π.Χ.
Στο τέλος του 416 π.Χ., απεσταλμένοι από την πόλη της Εγέστας της Σικελίας ήλθαν στην Αθήνα να ζητήσουν βοήθεια εναντίον της Δωρικής πόλεως του Σελινούς, την οποία βοηθούσε η πόλη των Συρακουσών. Ο στρατηγός Νικίας αρνήθηκε να δεχθεί μια τόσο επικίνδυνη και  δαπανηρή επιχείρηση, αλλά οι Αθηναίοι επηρεασμένοι από τον Αλκιβιάδη πήραν την απόφαση να τους βοηθήσουν, εφ όσον η πόλη της Εγέστας προσφέρθηκε να αναλάβει τα έξοδα. Στην αρχή, ψήφισαν να στείλουν  60 τριήρεις υπό την αρχηγία του Νικία, με τον Αλκιβιάδη και τον Λάμαχο στρατηγούς. Ο Νικίας, που ήξερε πόσο δύσκολη ήταν μια τέτοια εκστρατεία, παρακίνησε τους Αθηναίους να στείλουν μεγαλύτερο στόλο ή να ματαιώσουν την αποστολή. Πιεζόμενος από τους Αθηναίους, άντ' αυτού πρότεινε ένα στόλο αποτελούμενο από  100 Αθηναϊκές τριήρεις καθώς και συμμαχικά πλοία και μια μεγάλη δύναμη στρατού. 
Την άνοιξη του 415 π.Χ., ο στόλος ήταν έτοιμος να αναχωρήσει, μεταφέροντας περίπου 1500 Αθηναίους και 3500 οπλίτες συμμάχων και περίπου 1300 τοξότες και σφενδονιστές. Ήταν έτοιμοι να αποπλεύσουν, όταν ένα απροσδόκητο γεγονός τους καθυστέρησε.  Ένα πρωινό του Μαΐου, οι Αθηναίοι ανακάλυψαν ότι οι Ερμές, οι οποίες οι οποίες βρισκόταν στις εισόδους των ναών και των ιδιωτικών κατοικιών, είχαν ακρωτηριασθεί. Το γεγονός τρόμαξε τους κατοίκους και το όνομα του Αλκιβιάδη αναφέρθηκε, αλλά οι εχθροί του αποφάσισαν να τον κατηγορήσουν στην διάρκεια της απουσίας του.
Το πρωί της αναχωρήσεως, ολόκληρη η Αθήνα κατέβηκε στο λιμάνι του Πειραιά να δει την μεγάλη αρμάδα και να τους αποχαιρετήσουν. Ο στόλος πρώτα πήγε στην Κέρκυρα, όπου ενώθηκαν με τους συμμάχους, φέρνοντας το συνολικό αριθμό των πλοίων σε 134 τριήρεις και δύο Ρόδια με πενήντα κουπιά. Τα πλοία έφεραν 5000 οπλίτες, 480 τοξότες, 700 Ρόδιους σφενδονιστές. Η μεγάλη αρμάδα συνοδεύονταν με περισσότερα από 500 μεταγωγικά πλοία, τα οποία μετέφεραν προμήθειες.
Όταν έφθασαν στην Σικελία, ο στρατηγός Λάμαχος ήθελε να επιτεθούν αμέσως στην πόλη των Συρακουσών, αλλά ο Αλκιβιάδης και ο Νικίας αρνήθηκαν. Ο Αλκιβιάδης πρότεινε διπλωματικές αποστολές, η οποία θα τους έφερνε συμμάχους και έτσι όλο το καλοκαίρι πήγε χαμένο. Στο μεταξύ, ο Αλκιβιάδης ανακαλέστηκε στην Αθήνα για να δώσει εξηγήσεις στις καταγγελίες, ειδικά την βεβήλωση των Ελευσίνιων μυστηρίων. Κατά την διάρκεια της επιστροφής του στην Αθήνα, ο Αλκιβιάδης δραπέτευσε και αργότερα πήγε στην Σπάρτη.
Την άνοιξη του επόμενου έτους (414 π.Χ.), ο Νικίας, ο οποίος είχε εξαντλήσει όλες τις δικαιολογίες για καθυστέρηση, ετοίμασε το στρατό για να επιτεθεί στις Συρακούσες. Αφού εξανάγκασε τον στρατό των Συρακουσών μέσα στα τείχη, άρχισε την κατασκευή ενός δεύτερου τείχους από την μία μεριά της θάλασσας στην άλλη, κάνοντας προετοιμασίες για επίθεση. Ο ήρωας  στρατηγός Λάμαχος σκοτώθηκε σε μάχη, ενώ προσπαθούσε να καταστρέψει τις οχυρώσεις των Συρακούσιων.
Στο μεταξύ ο Αλκιβιάδης στην Σπάρτη δεν έχασε καιρό και τους συμβούλευσε να ανανεώσουν τον πόλεμο με την Αθήνα, να καταλάβουν το ισχυρό οχυρό της Δεκέλειας και να στείλουν ένα στρατηγό στην πόλη των Συρακουσών. Οι Σπαρτιάτες έστειλαν τον στρατηγό Γύλιππο με τέσσαρα πλοία, Αν και η δύναμης ήταν μικρή, βοήθησε αρκετά τους Συρακούσιους ώστε να κερδίσουν τον πόλεμο.  Πρώτα κατέλαβε το οχυρό των Αθηναίων στο Λάβδαλο. Με την ενέργεια αυτή έγινε κύριος του οροπεδίου των Επιπολών. Αμέσως μετά έκτισε ένα τείχος που διέσχιζε τις Αθηναϊκές γραμμές στην βόρεια πλευρά και έτσι οι Αθηναίοι από πολιορκητές έγιναν πολιορκούμενοι. Αυτή η μικρή προσφορά της Σπάρτης στον πόλεμο είχε μεγάλη σημασία.
Ο Νικίας βρισκόμενος σε απελπιστική κατάσταση ζήτησε βοήθεια από την Αθήνα, η οποία έστειλε μεγάλη δύναμη αποτελούμενη από 73 τριήρεις και 5000 στρατιώτες, υπό την αρχηγία του ικανού στρατηγού Δημοσθένη. Όταν έφθασε ο Δημοσθένης και στην διάρκεια της νύχτας προσπάθησε να καταλάβει το οροπέδιο, αλλά η επιχείρηση απέτυχε. Μετά από αυτό ο Δημοσθένης προσπάθησε να πείσει τον Νικία να οπισθοχωρήσει, αλλά ο στρατηγός αρνήθηκε. Ο Νικίας αναγκάσθηκε να οπισθοχωρήσει μόνον όταν οι Συρακούσες ενισχύθηκαν περισσότερο και οι δυνάμεις του άρχισαν να καταρρέουν. Αλλά η έκλειψη της Σελήνης, η οποία συνέβη την 27η Αυγούστου, καθυστέρησε την οπισθοχώρηση και όταν συμβουλεύτηκαν τους μάντεις, τους είπαν να περιμένουν το λιγότερο δυο τρεις μέρες, ενώ άλλοι τους είπαν να περιμένουν μέχρι την επόμενη πανσέληνο. Η καθυστέρηση αυτή έδωσε χρόνο στους Συρακούσιους, οι οποίοι μαθαίνοντας ότι οι Αθηναίοι ήταν έτοιμοι να φύγουν, τοποθέτησαν τον στόλο τους από 76 πλοία στο Μεγάλο λιμάνι, έτοιμοι για μάχη. Την 3η Σεπτεμβρίου, 86 Αθηναϊκές τριήρεις βγήκαν να τους συναντήσουν. Μετά από σκληρή μάχη οι Αθηναίοι, μειονεκτώντας γιατί δεν είχαν μέρος να κουμαντάρουν τα πλοία τους, έχασαν την μάχη και μεταξύ αυτών που σκοτώθηκαν ήταν ο στρατηγός τους Ευρυμέδων.
Όταν οι Συρακούσιοι απέκλεισαν την είσοδο του κόλπου με παλιά πλοία (Σεπτέμβριο 6η-8η), οι Αθηναίοι προσπάθησαν για άλλη μια φορά να ελευθερωθούν. Την 9η Σεπτεμβρίου, ο στρατηγός Νικίας πήρε την απόφαση να επιτεθεί στους Συρακούσιους για άλλη μια φορά και έκανε ότι δυνατόν να ενθαρρύνει τον στρατό, επισκεπτόμενος κάθε τριήρη. Οι Αθηναίοι συνέταξαν τα πλοία τους και επετέθησαν, αλλά μετά από μακρά και αμφίρροπη μάχη, αναγκάσθηκαν να βγουν στην ξηρά. Ο στρατηγός Δημοσθένης έκανε πρόταση να κάνουν άλλη μια προσπάθεια να σπάσουν τον κλοιό, αλλά οι στρατιώτες αρνήθηκαν να επιβιβασθούν. Οι Αθηναίοι με πολλούς τραυματίες μεταξύ των εγκατέλειψαν τα πλοία τους και προσπάθησαν να αποσυρθούν στο εσωτερικό. Ο στόχος τους ήταν να δραπετεύσουν δια ξηράς και να φθάσουν την πόλη της Κατάνης. Κατά την διάρκεια της πορείας τους οι Αθηναίοι αντιμετώπισαν πολλές φορές τους Συρακούσιους, αλλά στο τέλος ο στρατηγός Νικίας παρέδωσε τον στρατό στον Γύλιππο, ελπίζοντας ότι θα τους μεταχειρίζονταν καλά. Τον στρατηγό Νικία και τον Δημοσθένη τους σκότωσαν, ενώ τους Αθηναίους στρατιώτες τους οδήγησαν μέσα στα λατομεία των Συρακουσών. Κάτω από τρομερές συνθήκες, μετά από οκτώ μήνες οι περισσότεροι πέθαναν και οι λίγοι που επέζησαν έγιναν δούλοι.
Η πανωλεθρία της Σικελικής εκστρατείας, ήταν ένα μεγάλο κτύπημα, αλλά η Αθήνα δεν κατέρρευσε. Το οχυρό της Δεκέλειας είχε επίσης καταλειφθεί από την Σπάρτη και τα ορυχεία ασημιού στο Λαύριο είχαν κλείσει και σχεδόν όλα τα τρόφιμα εισάγονταν. Σε αυτήν την κατάσταση, μια ειρηνική επανάσταση έλαβε μέρος στην Αθήνα (411 π.Χ.), μετά από εκατό χρόνια δημοκρατίας. Το συμβούλιο των Τετρακοσίων έγινε το καινούργιο διοικητικό σώμα, αφού υποσχέθηκαν στους Αθηναίους ότι η αλλαγή στην νομοθεσία ήταν προσωρινή, για την διάρκεια του πολέμου. Όταν ο στόλος των Λακεδαιμονίων νίκησε τους Αθηναίους κοντά στην Ερέτρια, σε μια μικρή ναυμαχία, ολόκληρη η Εύβοια επαναστάτησε και η Αθήνα έχασε τον κύριο προμηθευτή τροφίμων. Μετά από αυτό το γεγονός, ένα συμβούλιο στην Πνύκα, καθαίρεσε του Τετρακοσίους και ψήφισε μια νέα κυβέρνηση από πέντε χιλιάδες εξέχοντες πολίτες, οι οποίοι προσπάθησαν να κάνουν ειρήνη με την Σπάρτη αλλά χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Όταν ο Αθηναϊκός στόλος και στρατός που ήταν στη βάση του, στη Σάμο, πίεσε τους Αθηναίους για δημοκρατία, οι ολιγαρχικοί ήλθαν σε διαφωνία, και δύο χρόνια μετά την επανάσταση η δημοκρατία αποκαταστάθηκε.
Τον Αύγουστο του 411 π.Χ., ο Πελοποννησιακός στόλος υπό την αρχηγία του Μίνδαρου, έχασε την ναυτική μάχη στα Κυνόσημα. Ο Αθηναϊκός στόλος αν και μικρότερος, στον πορθμό της Σέστου και Αβύδου, νίκησαν ολοκληρωτικά.
Το 410 π.Χ., ο Αλκιβιάδης κατάφερε να αιχμαλωτίσει ολόκληρο τον Πελοποννησιακό στόλο στην Κύζικο. Ο Μίνδαρος σκοτώθηκε και ο δεύτερος στην αρχηγία Σπαρτιάτης, έστειλε στους Εφόρους ένα γράμμα σε Λακωνικό ύφος:  "Τα πλοία χάθηκαν; Ο Μίνδαρος σκοτώθηκε; Οι άνδρες πεινούν; Δεν ξέρω τι να κάνω."
Οι Σπαρτιάτες ήταν τόσο αποκαρδιωμένοι που έστειλαν τον Έφορο Αίνδιο στην Αθήνα για να υπογράψει συνθήκη ειρήνης, αλλά οι Αθηναίοι, οι οποίοι ήταν κάτω από την επήρεια του δημαγωγού Κλεόφωνος, απέρριψαν την πρόταση.
Οι Σπαρτιάτες τότε διόρισαν έναν νέο ναύαρχο, τον ικανό Λύσανδρο. Όταν η θητεία της αρχηγίας του τελείωσε, αντικαταστάθηκε από τον Καλλικρατίδα, ο οποίος αύξησε τον αριθμό των πλοίων του Σπαρτιατικού στόλου. Έγινε ναυτική μάχη στο λιμάνι της Μυτιλήνης με τον Αθηναϊκό στόλο υπό την αρχηγία του Κόνωνα. Οι Αθηναίοι, οι οποίοι ήταν λιγότεροι σε αριθμό, έχασαν την μάχη και τριάντα πλοία. Σαράντα ακόμη πλοία τα έσωσαν φέρνοντας τα στην ακτή κοντά στα τείχη της πόλης.
Ο Καλλικρατίδας τότε μπλοκάρισε το νησί. Όταν τα νέα έφθασαν στην Αθήνα, έστειλαν στόλο από εκατόν δέκα τριήρεις και τις ενίσχυσαν αργότερα με άλλες σαράντα. Ο αριθμός των πλοίων του Καλλικρατίδα ήταν εκατόν είκοσι. Στο μικρό νησί των Αργηνουσσών, ο Αθηναϊκός στόλος συνάντησε τον Σπαρτιατικό και μετά από σκληρά μάχη τους νίκησαν (406 π.Χ.). Οι Λακεδαιμόνιοι έχασαν εβδομήντα επτά πλοία και τα υπόλοιπα υποχώρησαν στην Χίο και Φωκεία. Ο Καλλικρατίδας έπεσε από το πλοίο, όταν αυτό χτυπήθηκε από ένα άλλο και χάθηκε. Οι Αθηναίοι έχασαν μόνο είκοσι πέντε πλοία.
Αν και ήταν παράνομο για τον ναύαρχο της Σπάρτης να κάνει δεύτερη θητεία, ο Λύσανδρος με τον τίτλο του Επιστολέα, πήρε την αρχηγία του Σπαρτιατικού στόλου. Αμέσως έλαβε ένα μεγάλο ποσό χρημάτων από τον βασιλιά της Περσίας Κύρο, για να κατασκευάσει πλοία και έκανε πολιορκία στην Λάμψακο.
Οι Αθηναίοι που ήλθαν σε βοήθεια, έφθασαν πολύ αργά για να σώσουν την πόλη και έτσι παρέμειναν στους Αιγός-ποταμοί, κοντά στην πόλη της Λαμψάκου. Ο Λύσανδρος ο οποίος συστηματικά απέφευγε κάθε ναυτική μάχη, αφού τα πλοία του ήταν πολύ λιγότερα, κατόρθωσε να καταλάβει τον Αθηναϊκό στόλο μετά από προδοσία ή αμέλεια των Αθηναίων. Και οι 4,000 Αθηναίοι αιχμάλωτοι εκτελέσθηκαν. Το γεγονός αυτό ουσιαστικά σημάδεψε το τέλος της Αθήνας.
ΠΗΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου